hypothèse
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| hypothèse | hypothèses |
hypothèse (fr) θηλυκό
- η υπόθεση
| ενικός | πληθυντικός |
| hypothèse | hypothèses |
hypothèse (fr) θηλυκό