Μετάβαση στο περιεχόμενο

içmek

Από Βικιλεξικό

Τουρκικά (tr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
içmek < (κληρονομημένο) οθωμανική τουρκική ایچمك (içmek)

içmek (tr)

  1. πίνω
  2. καπνίζω
  3. (μεταφορικά) απορροφώ
  • içmek -  Türk Dil Kurumu, μονόγλωσσο τουρκικό Λεξικό @sozluk.gov.tr
  • içmek - Nişanyan Sözlük. Çağdaş Türkçenin Etimolojisi [Λεξικό (του) Νισανιάν. Ετυμολογία της σύγχρονης τουρκικής] μονόγλωσσο τουρκικό λεξικό του Σεβάν Νισανιάν, online από το 2002