Μετάβαση στο περιεχόμενο

idéographique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /i.de.ɔ.ɡʁa.fik/

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
idéographique idéographiques

idéographique (fr) αρσενικό ή θηλυκό