idiolecte

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

idiolecte < αγγλική idiolect

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
idiolecte idiolectes

idiolecte (fr) αρσενικό

  1. (γλωσσολογία) η ιδιόλεκτος, το ιδιόλεκτο