Μετάβαση στο περιεχόμενο

idiopathie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
idiopathie idiopathies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

idiopathie (fr) θηλυκό