Μετάβαση στο περιεχόμενο

ignorant

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός ignorant
συγκριτικός more ignorant
υπερθετικός most ignorant

Επίθετο

[επεξεργασία]

ignorant (en)

  1. (κακόσημο) αδαής, αμόρφωτος, που δεν είναι μορφωμένος και άρα κάπως χαζός
    παράδειγμα  He talks about the topic, but he is ignorant and doesn’t understand.
    Μιλάει για το θέμα, αλλά είναι αδαής και δεν καταλαβαίνει.
    παράδειγμα  No one can answer with certainty and anyone who does is either lying or ignorant.
    Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα και όποιος το κάνει, ψεύδεται ή είναι αδαής.
    παράδειγμα  Don’t argue with him; he is ignorant and doesn’t listen to reasoned arguments.
    Μη συζητάς μαζί του, είναι αμόρφωτος και δεν ακούει λογικά επιχειρήματα.
  2. ανίδεος, αδαής, απληροφόρητος, που δεν έχει γνώσεις ή πληροφορίες για ένα συγκεκριμένο πράγμα
    παράδειγμα  Don’t blame him; he is ignorant of the company’s rules.
    Μην τον κατηγορείς, είναι ανίδεος για τους κανόνες της εταιρείας.
    παράδειγμα  He is completely ignorant of what is happening in the world.
    Είναι τελείως ανίδεος για το τι συμβαίνει στον κόσμο.
    παράδειγμα  I knew nothing about the matter; I was ignorant.
    Δεν ήξερα τίποτα για το θέμα, ήμουν ανίδεος.
    παράδειγμα  Know-it-alls are more dangerous than ignorant people.
    Οι ημιμαθείς άνθρωποι είναι πιο επικίνδυνοι από τους ανίδεους.
    παράδειγμα  When it comes to finances, I am completely ignorant.
    Στα οικονομικά είμαι τελείως αδαής.
    παράδειγμα  People were ignorant about/to the latest developments.
    Ο κόσμος ήταν απληροφόρητος για τις τελευταίες εξελίξεις.
  3. (ανεπίσημο, κακόσημο) αμόρφωτος, άξεστος, κακός ως προς τη συμπεριφορά
    παράδειγμα  His behavior shows how ignorant he is.
    Η συμπεριφορά του δείχνει πόσο αμόρφωτος είναι.
    παράδειγμα  He is so ignorant; he doesn’t know how to behave.
    Είναι τόσο άξεστος, δεν ξέρει πώς να συμπεριφέρεται.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]
  •  και δείτε τη λέξη foolish

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ignorant < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /?/
 
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό ignorant ignorants
θηλυκό ignorante ignorantes

Επίθετο

[επεξεργασία]

ignorant (fr)