illicit

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

illicit (en)

  1. παράνομος (αντίθετος με το νόμο)
  2. παράνομος (αντίθετος με τα κοινωνικά ήθη)
  3. αθέμιτος
    illicit competition - αθέμιτος ανταγωνισμός