Μετάβαση στο περιεχόμενο

ime

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

ime < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική εἶμαι < αρχαία ελληνική εἰμί

ime (ìme)