immaterial
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | immaterial |
| συγκριτικός | more immaterial |
| υπερθετικός | most immaterial |
Επίθετο
[επεξεργασία]immaterial (en)
- ασήμαντος, άσχετος
immaterial details - ασήμαντες λεπτομέρειες
What you’re saying is immaterial to the topic.
- Ό,τι λες είναι άσχετο προς το θέμα.
That’s immaterial to me.
- Αυτό δεν έχει σημασία για μένα.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τις λέξεις insignificant και irrelevant
- (επίσημο) άυλος, που δεν έχει φυσική μορφή
immaterial like a ghost - άυλος σα φάντασμα- ≈ συνώνυμα: intangible