immaterial

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

immaterial (en)

  1. άυλος
    ghosts are immaterial
    immaterial goods - άυλα αγαθά
  2. άσχετος
     συνώνυμα: irrelevant