immersed

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Επίθετο

[επεξεργασία]

immersed (en)

  1. βυθισμένος
    immersed ship - βυθισμένο πλοίο
     συνώνυμα: sunken
  2. (μεταφορικά) βυθισμένος
    immersed in a book - βυθισμένος σ’ένα βιβλίο

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

immersed (en)

  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 179. ISBN 9780194325684. , λήμμα: βυθισμένος