Μετάβαση στο περιεχόμενο

immixtion

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
immixtion immixtions

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

immixtion (fr) θηλυκό