immune
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | immune |
| συγκριτικός | more immune |
| υπερθετικός | most immune |
immune (en)
- απρόσβλητος, για ζωντανό οργανισμό που είναι ανθεκτικός στις ασθένειες
With vaccines, children become immune to many childhood illnesses.
- Με τους εμβολιασμούς τα παιδιά γίνονται απρόσβλητα από πολλές παιδικές αρρώστιες.
- ανεπηρέαστος, που δεν επηρεάζεται από κάτι, ιδίως από κάτι που θα περίμενε κανείς να είναι επιβλαβές
You'll eventually become immune to criticism.
- Με τον καιρό θα γίνεις ανεπηρέαστος από την κριτική.
Few people are immune to her charms.
- Λίγοι άνθρωποι μένουν ανεπηρέαστοι από τη γοητεία της.
Our business is far from immune to economic conditions.
- Η επιχείρησή μας κάθε άλλο παρά ανεπηρέαστη είναι από τις οικονομικές συνθήκες.
- απρόσβλητος, απαλλαγμένος