immunitaire
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /y.ma.ni.tɛʁ/
Επίθετο
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| immunitaire | immunitaires |
immunitaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό
| ενικός | πληθυντικός |
| immunitaire | immunitaires |
immunitaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό