immutable

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

immutable < im- στερητικό + mutable

Επίθετο[επεξεργασία]

immutable (en)

  1. αμετάβλητος, απαράλλακτος
    που δεν επιδέχεται μεταβολή, σταθερός, αμετάτρεπτος
  2. (πληροφορική) αμετάβλητη, για δομή δεδομέων
    Δείτε επίσης: Immutable object στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]