imparable

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɛ̃.pa.ʁabl/

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
imparable imparables

imparable (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ακαταμάχητος
  2. αναπόφευκτος