Μετάβαση στο περιεχόμενο

impeccably

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός impeccably
συγκριτικός more impeccably
υπερθετικός most impeccably

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
impeccably < impeccable + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

impeccably (en)

  • άψογα
    παράδειγμα  He writes and speaks two different languages impeccably.
    Γράφει και μιλάει άψογα δύο ξένες γλώσσες.
    ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη flawlessly