imperative

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

imperative (en)

  1. επιτακτικός
    an imperative need - μια επιτακτική ανάγκη
  2. επιβεβλημένος
    an imperative action - μια επιβεβλημένη ενέργεια

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

imperative (en)

  1. (γραμματική) η προστακτική

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]