imperial

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

imperial (en)

  1. αυτοκρατορικός
  2. σχετικός με τα βρετανικά μέτρα και σταθμά
    imperial units