implícito

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Lang-pt.gif Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό implícito implícitos
θηλυκό implícita implícitas

implícito (pt)

  1. αυτονόητος
  2. ανεκδήλωτος