Μετάβαση στο περιεχόμενο

implantation

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
implantation implantations

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

implantation (fr) θηλυκό

  1. η εγκατάσταση σε έναν τόπο
  2. η εμφύτευση