Μετάβαση στο περιεχόμενο

impractical

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
impractical < im- + practical

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός impractical
συγκριτικός more impractical
υπερθετικός most impractical

impractical (en)

  • μη πρακτικός
    παράδειγμα  He rejected my suggestion as impractical.
    Απέρριψε την πρότασή μου ως μη πρακτική.