Μετάβαση στο περιεχόμενο

impressionniste

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
impressionniste impressionnistes

impressionniste (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ιμπρεσιονιστικός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
impressionniste impressionnistes

impressionniste (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ιμπρεσιονιστής