Μετάβαση στο περιεχόμενο

imprinting

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
imprinting imprintings

imprinting (en)

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

imprinting (en)