impudent

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

impudent (en)

  1. αναιδής, θρασύς



Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό impudent impudents
θηλυκό impudente impudentes

impudent (fr) αρσενικό

  1. αναιδής
    C'est une impudente créature. : Είναι ένα αναιδές πλάσμα.
    C'est un impudent menteur. : Είναι ένας αναιδής ψεύτης.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: insolent
  2. θρασύς
    Action impudente. : Θρασεία πράξη.
    Discours impudent. : Θρασύς λόγος.
    Proposition impudente. : Θρασεία πρόταση.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: choquant

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: pudeur