Μετάβαση στο περιεχόμενο

impulsively

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός impulsively
συγκριτικός more impulsively
υπερθετικός most impulsively

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
impulsively < impulsive + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

impulsively (en)