Μετάβαση στο περιεχόμενο

inégalité

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
inégalité inégalités

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

inégalité (fr) θηλυκό