in a word
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]in a word (en)
- (ιδιωματισμός, ανεπίσημο) με μια λέξη, χρησιμοποιείται για να δώσει μια πολύ σύντομη, συνήθως αρνητική, απάντηση ή σχόλιο
In a word, he’s crazy.
- Με μια λέξη, είναι τρελός.