Μετάβαση στο περιεχόμενο

in a word

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
in a word <  δείτε τις λέξεις in, a και word

Έκφραση

[επεξεργασία]

in a word (en)

  • (ιδιωματισμός, ανεπίσημο) με μια λέξη, χρησιμοποιείται για να δώσει μια πολύ σύντομη, συνήθως αρνητική, απάντηση ή σχόλιο
    παράδειγμα  In a word, he’s crazy.
    Με μια λέξη, είναι τρελός.