Μετάβαση στο περιεχόμενο

in and of itself

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
in and of itself <  δείτε τις λέξεις in, and, of και itself

Έκφραση

[επεξεργασία]

in and of itself (en)

  • (ιδιωματισμός) καθαυτό, που εξετάζεται ξεχωριστά από άλλα πράγματα· στην αληθινή του φύση
    παράδειγμα  The problem is not money in and of itself, but the way it is used.
    Το πρόβλημα δεν είναι το χρήμα καθαυτό, αλλά ο τρόπος που χρησιμοποιείται.
    παράδειγμα  The idea in and of itself is not bad, but its consequences are undesirable.
    Η ιδέα καθαυτό δεν είναι κακή, αλλά οι συνέπειές της είναι ανεπιθύμητες.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη intrinsically

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]