in and of itself
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]in and of itself (en)
- (ιδιωματισμός) καθαυτό, που εξετάζεται ξεχωριστά από άλλα πράγματα· στην αληθινή του φύση
The problem is not money in and of itself, but the way it is used.
- Το πρόβλημα δεν είναι το χρήμα καθαυτό, αλλά ο τρόπος που χρησιμοποιείται.
The idea in and of itself is not bad, but its consequences are undesirable.
- Η ιδέα καθαυτό δεν είναι κακή, αλλά οι συνέπειές της είναι ανεπιθύμητες.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη intrinsically