Μετάβαση στο περιεχόμενο

in harm's way

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Έκφραση

[επεξεργασία]

in harm's way (en)

  • που βρίσκεται σε κίνδυνο, που διατρέχω κίνδυνο