in itself
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]in itself (en)
- (ιδιωματισμός) άλλη μορφή του in and of itself
The idea in itself is not bad, but its consequences are undesirable.
- Η ιδέα καθαυτό δεν είναι κακή, αλλά οι συνέπειές της είναι ανεπιθύμητες.