Μετάβαση στο περιεχόμενο

in order to

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
in order to <  δείτε τις λέξεις in, order και to

Έκφραση

[επεξεργασία]

in order to (en)

  • Lua error in Module:labels at line 98: attempt to index field '?' (a nil value). για να, προκειμένου να, με σκοπό ή πρόθεση να κάνω ή να πετύχω κάτι
    παράδειγμα  -“Why is she going to the restaurant early?” -“In order to find a table.”
    -«Γιατί πηγαίνει νωρίς στο εστιατόριο;» -«Για να βρει τραπέζι.»
    παράδειγμα  In order to buy the TV in installments, you must first get approval from the bank.
    Για να αγοράσεις την τηλεόραση με δόσεις, πρέπει προηγουμένως να έχεις πάρει την έγκριση από την τράπεζα.
    παράδειγμα  In order to succeed, we must first believe that we can.
    Προκειμένου να πετύχουμε, πρέπει πρώτα να πιστέψουμε ότι μπορούμε.

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τον σύνδεσμο so that