Μετάβαση στο περιεχόμενο

in public

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
in public <  δείτε τις λέξεις in και public

Έκφραση

[επεξεργασία]

in public (en)

  • (ιδιωματισμός) δημόσια, όταν άλλοι, ειδικά άλλους που δεν γνωρίζω, είναι παρόντες
    παράδειγμα  In public he supported the official policy, but privately he was sure it would fail.
    Δημόσια υποστήριξε την επίσημη πολιτική, αλλά ιδιωτικά ήταν σίγουρος ότι θα αποτύχει.
     συνώνυμα: publicly