in someone's shoes
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]- (ιδιωματισμός) στη θέση του άλλου
If I were in your shoes, I would seriously consider the offer.
- Αν ήμουν στη θέση σου, θα σκεφτόμουν σοβαρά την πρόταση.
I would feel a lot of guilt being in your shoes.
- Θα ένιωθα πολλές τύψεις στη θέση σου.