Μετάβαση στο περιεχόμενο

in someone's shoes

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
in someone's shoes <  δείτε τις λέξεις in, someone's και shoes

Έκφραση

[επεξεργασία]

in someone's shoes (en)

  • (ιδιωματισμός) στη θέση του άλλου
    παράδειγμα  If I were in your shoes, I would seriously consider the offer.
    Αν ήμουν στη θέση σου, θα σκεφτόμουν σοβαρά την πρόταση.
    παράδειγμα  I would feel a lot of guilt being in your shoes.
    Θα ένιωθα πολλές τύψεις στη θέση σου.