in tandem

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Διλεκτικό Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

in tandem (en)

  1. δίπλα δίπλα, αλληλουχικά
  2. παράλληλα, ταυτόχρονα, συγχρόνως, μαζί, εν ισχύ από κοινού, ως περιγραφή παράλληλης δράσης

Σημειώσεις[επεξεργασία]

συνήθως δεν αφορά τον ακριβή συγχρονισμό (ως μέτρηση) αλλά την παράλληλη δράση, εφαρμογή ή ισχύ ως γεγονός