Μετάβαση στο περιεχόμενο

in the way

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
in the way <  δείτε τις λέξεις in, the και way

Έκφραση

[επεξεργασία]

in the way (en)

  • (ιδιωματισμός) κλείνω το δρόμο, σταματώ κάποιον να κινηθεί ή να κάνει κάτι
    παράδειγμα  Don’t stand in the way!
    Μην κλείνεις το δρόμο!