inanité
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /i.na.ni.te/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| inanité | inanités |
inanité (fr) θηλυκό
| ενικός | πληθυντικός |
| inanité | inanités |
inanité (fr) θηλυκό