incandescent

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

incandescent

  1. πυράκτωσης, πυρακτώσεως
  2. συναισθηματικά/ερωτικά φλογερός/παθιασμένος

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό incandescent incandescents
θηλυκό incandescente incandescentes

incandescent (fr)