Μετάβαση στο περιεχόμενο

incentivizing

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

incentivizing (en)

  • το να παρέχω κίνητρα, το να κινητοποιώ δράση, το να ενθαρρύνω