Μετάβαση στο περιεχόμενο

incessant

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός incessant
συγκριτικός more incessant
υπερθετικός most incessant

Επίθετο

[επεξεργασία]

incessant (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

incessant (fr)