incomparable

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

incomparable (en)

  1. ασύγκριτος, πάρα πολύ καλός
  2. (σπάνιο) που δεν μπορεί να συγκριθεί



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
incomparable incomparables

incomparable (fr) αρσενικό ή θηλυκό