incomparable

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

incomparable (en)

  1. ασύγκριτος, πάρα πολύ καλός
  2. (σπάνιο) που δεν μπορεί να συγκριθεί



Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
incomparable incomparables

incomparable (fr) αρσενικό ή θηλυκό