Μετάβαση στο περιεχόμενο

inconsequential

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός inconsequential
συγκριτικός more inconsequential
υπερθετικός most inconsequential

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
inconsequential < in- + consequential

Επίθετο

[επεξεργασία]

inconsequential (en)