incorporate
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | incorporate |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | incorporates |
| αόριστος | incorporated |
| παθητική μετοχή | incorporated |
| ενεργητική μετοχή | incorporating |
Ρήμα
[επεξεργασία]incorporate (en) (μεταβατικό)
- ενσωματώνω, συμπεριλαμβάνω κάτι για να αποτελεί μέρος κάποιου πράγματος
- (οικονομία, συνήθως στην παθητική φωνή) ιδρώνω, συνιστώ μια νομικά αναγνωρισμένη εταιρεία
The company was incorporated in 2008.
- Η εταιρεία ιδρύθηκε/συστάθηκε το 2008.