increased

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Αγγλικά (en) [edit]

Open book 01.svg Επίθετο[edit]

increased (en)

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[edit]

increased (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος increase