incubation
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]incubation (en)
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| incubation | incubations |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]incubation (fr) θηλυκό
- η επώαση
incubation (en)
| ενικός | πληθυντικός |
| incubation | incubations |
incubation (fr) θηλυκό