Μετάβαση στο περιεχόμενο

incur

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας incur
γ΄ ενικό ενεστώτα incurs
αόριστος incurred
παθητική μετοχή incurred
ενεργητική μετοχή incurring

incur (en)

  • συνάπτω χρέη, προκύπτει ένα έξοδο που πρέπει να πληρώσω
    παράδειγμα  The business is incurring debts to finance its expansion.
    Η επιχείρηση συνάπτει χρέη για να χρηματοδοτήσει την επέκτασή της.
    παράδειγμα  If you keep spending recklessly, you will incur large debts.
    Εάν συνεχίσεις να ξοδεύεις χωρίς μέτρο, θα συνάψεις μεγάλα χρέη.
    παράδειγμα  Employees are reimbursed for any legal fees incurred when they relocate.
    Οι εργαζόμενοι αποζημιώνονται για τυχόν νομικά έξοδα που προκύπτουν όταν μετακομίζουν.