incurable

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

incurable (en)

he's an incurable romantic - είναι ένας αθεράπευτος ρομαντικός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

incurable (fr)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]