indénombrable
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| indénombrable | indénombrables |
Επίθετο
[επεξεργασία]indénombrable (fr) αρσενικό ή θηλυκό
| ενικός | πληθυντικός |
| indénombrable | indénombrables |
indénombrable (fr) αρσενικό ή θηλυκό