indebted

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

indebted (en)

  1. υπόχρεος
    I am indebted to you for your assistance - σας είμαι υπόχρεος για τη βοήθειά σας