Μετάβαση στο περιεχόμενο

indemnité

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
indemnité indemnités

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

indemnité (fr) θηλυκό