Μετάβαση στο περιεχόμενο

indigence

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

indigence (en)

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
indigence indigences

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

indigence (fr) θηλυκό